Ο επικείμενος Κώδικας Χωροταξίας και Πολεοδομίας: Μεταρρύθμιση ή ανακύκλωση των ίδιων προβλημάτων;
Η εξαγγελία για τη σύνταξη και ψήφιση ενός ενιαίου Κώδικα Χωροταξίας και Πολεοδομίας εγείρει προσδοκίες για την επίλυση των διαχρονικών παθογενειών που χαρακτηρίζουν το ελληνικό πολεοδομικό και χωροταξικό δίκαιο. Οι πολλαπλές τροποποιήσεις, η αποσπασματική νομοθέτηση, οι αλλεπάλληλες μεταβατικές διατάξεις και οι διατάξεις εξυπηρέτησης συγκυριακών ή τοπικών συμφερόντων έχουν δημιουργήσει ένα νομοθετικό πλαίσιο που αδυνατεί να εγγυηθεί τη συνταγματικά επιβεβλημένη βιώσιμη ανάπτυξη του χώρου. Ωστόσο, η προετοιμασία του Κώδικα, όπως διαφαίνεται από τη δημόσια συζήτηση και τα νομοτεχνικά προκαταρκτικά κείμενα, δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει τις βασικές ρίζες του προβλήματος, αλλά μάλλον να ανασυντάσσει την υπάρχουσα σύγχυση σε ενιαία μορφή.
Καταρχάς, η πολυνομία δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Η υποκατάσταση της ουσιαστικής μεταρρύθμισης από την απλή κωδικοποίηση διατηρεί τις υφιστάμενες στρεβλώσεις. Η συνεχιζόμενη αντίφαση ανάμεσα σε χωροταξικές κατευθύνσεις και πολεοδομικές ρυθμίσεις, η έλλειψη ιεράρχησης των επιπέδων σχεδιασμού και η θεσμική περιθωριοποίηση των Περιφερειακών και Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων παραμένουν ανοιχτά ζητήματα. Αντί να ενισχύεται η δεσμευτικότητα των υπερκείμενων επιπέδων σχεδιασμού, επιβιώνει η πρακτική των κατά παρέκκλιση ρυθμίσεων, μέσω ειδικών νόμων, πολεοδομικών εξαιρέσεων, και τοπικών παρεκκλίσεων.
Επιπλέον, ο Κώδικας προαναγγέλλεται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των ήδη ψηφισμένων νομοθετημάτων, όπως ο Ν. 4759/2020 (Νέος Χωροταξικός και Πολεοδομικός Νόμος), ο Ν. 4447/2016 για τον στρατηγικό χωρικό σχεδιασμό ή ο Ν. 4495/2017 για την αυθαίρετη δόμηση και την ηλεκτρονική ταυτότητα κτιρίων. Η έλλειψη αναστοχασμού πάνω στην αποτυχία εφαρμογής των θεσμών αυτών μετατρέπει την κωδικοποίηση σε μέσο απλώς συστηματοποίησης της ασυνέπειας. Κατ' επέκταση, δεν συνοδεύεται από καμία ουσιαστική τομή ως προς την ενίσχυση της εφαρμογής, την αναβάθμιση των ελεγκτικών μηχανισμών, τη διαλειτουργικότητα των βάσεων δεδομένων ή την υποστήριξη των ΥΔΟΜ.
Περαιτέρω, η κωδικοποίηση διατηρεί τη διάκριση μεταξύ χωροταξικού και πολεοδομικού δικαίου, ενώ δεν είναι σαφές πώς αντιμετωπίζονται κομβικά θέματα όπως η εκτός σχεδίου δόμηση, τα ρυμοτομικά βάρη, η επαναχωροθέτηση έργων κοινής ωφέλειας, οι μεταβατικές ρυθμίσεις για παλαιά σχέδια πόλεως, ή η σύγκρουση μεταξύ περιβαλλοντικών περιορισμών και δομησιμότητας. Η απουσία σύνδεσης με το περιβαλλοντικό δίκαιο και την κλιματική νομοθεσία, ιδίως τους μηχανισμούς περιβαλλοντικής αδειοδότησης, εκτίμησης επιπτώσεων και περιβαλλοντικής ευθύνης, διατηρεί τη θεσμική ασάφεια σε περιπτώσεις σύγκρουσης σκοπών προστασίας και ανάπτυξης.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο Κώδικας προωθείται χωρίς παράλληλη στρατηγική για τη δικαστική ενοποίηση της νομολογίας. Η πολυμορφία των ερμηνειών σε ζητήματα ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων, άρσης ρυμοτομικών βαρών, πολεοδομικών παραβάσεων, ερμηνείας των όρων δόμησης και επάρκειας των σχεδίων χρήσεων γης, δημιουργεί ένα πεδίο έντονης ανασφάλειας δικαίου. Ο Κώδικας, χωρίς σαφείς κανόνες ερμηνείας και χωρίς ρύθμιση του τρόπου ενσωμάτωσης της νομολογίας στο κανονιστικό corpus, παραμένει αποκομμένος από τη ζώσα έννομη τάξη.
Τέλος, ο Κώδικας αποτυγχάνει να θίξει τα βαθύτερα κοινωνικά και πολιτικά αίτια της παραβατικότητας στον χώρο: την άνιση πρόσβαση στη γη, τη ρυθμιστική ανοχή στην παρανομία, την αποσπασματικότητα των κρατικών παρεμβάσεων και τον τοπικισμό στον σχεδιασμό. Χωρίς μηχανισμούς συμμετοχής και διαφάνειας, χωρίς ουσιαστική εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών, χωρίς κατοχύρωση ένδικης προστασίας για περιβαλλοντικούς συλλόγους και μη κυβερνητικούς φορείς, ο Κώδικας δεν επανορθώνει τις ελλείψεις δημοκρατικής νομιμοποίησης που χαρακτηρίζουν τον πολεοδομικό σχεδιασμό στην Ελλάδα.
Ο επικείμενος Κώδικας Χωροταξίας και Πολεοδομίας, παρά τις φιλόδοξες διακηρύξεις, δεν φαίνεται ικανός να θεραπεύσει τις παθογένειες του χώρου. Αποτελεί ίσως ένα αναγκαίο βήμα συστηματοποίησης, αλλά όχι τομή ουσίας. Η μεταρρύθμιση του χωρικού δικαίου απαιτεί ριζική αναθεώρηση της φιλοσοφίας του σχεδιασμού, εναρμόνιση με το περιβαλλοντικό και κλιματικό δίκαιο, ενίσχυση της εφαρμογής, διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων και έμπρακτο σεβασμό στις αρχές της βιωσιμότητας, της αναλογικότητας και της δικαιοκρατίας. Αλλιώς, κάθε Κώδικας θα παραμένει μια ακόμη επιφάνεια οργάνωσης της αταξίας.
